Новогреческий словарь
νόννα
νόννα
η 1)
бабушка
;
2)
монахиня
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бабушка
? —
νόννα
как на
(ново)греческом
будет слово
монахиня
? —
νόννα
как с
(ново)греческого
переводится слово
νόννα
? — бабушка, монахиня
#
(ново)греческий словарь
—
στερεογραφικός
—
καθαίρω
—
αστυφιά
—
αλευρεμπόριο
—
διαπραγματεύτρια
—
προέλαση
—
καρροποιείο
—
χρονισμός
—
αντίδερο
—
κουλάκικος
—
θρηνωδώ
—
βρόντος
—
συμπτύσσομαι
—
πρώιμος
—
πανύψηλος
—
νομομηχανικός
—
γκαστρώνω
—
ηλοθήκη
—
βεροναλισμός
—
καλοσυνηθισμένος
—
δικαιολογώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,