Новогреческий словарь
κ
κ
1)
каппа
(десятая буква греческого алфавита);
2) знак числа:
κ' — = 20 и двадцатый;
,κ — = 20 000 и двадцатитысячный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
каппа
? —
κ
как с
(ново)греческого
переводится слово
κ
? — каппа
#
(ново)греческий словарь
—
αντιδιαστολή
—
χρεώστις
—
γαλβανόμετρο
—
ερυθρωπός
—
τετραδικός
—
στομαχάκι
—
απορρεύστωση
—
στεφανώνω
—
αντίφεγγο
—
αλγώ
—
εκκεντρικότητα
—
φυλλοβολώ
—
αποκορυφούμαι
—
αλειμματώδης
—
διώκησα
—
αγαργάλιστος
—
περαματάρης
—
αλατοφύλακας
—
μουσάντρα
—
δίχειλος
—
δυσμετακόμιστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,