Новогреческий словарь
βυζάνομαι
βυζάνομαι
быть кормящей матерью, кормить грудью
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
быть кормящей матерью
? —
βυζάνομαι
как на
(ново)греческом
будет слово
кормить грудью
? —
βυζάνομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
βυζάνομαι
? — быть кормящей матерью, кормить грудью
#
(ново)греческий словарь
—
μυθοποιούμαι
—
εγκεφαλοπάθεια
—
βωλιάζω
—
έμμονος
—
βρογχίτιδα
—
καλαμποκέλαιο
—
γυμνητεύω
—
βουτυροκόμος
—
λεμονάνθι
—
λαυρίτης
—
χαλικοστρωμένος
—
εγνοιάζομαι
—
εξομολογώ
—
μονοικία
—
καρδιοπνευμονικός
—
κατηχώ
—
αρχιτεκτονική
—
χοδαϊστής
—
καλοζωισμένος
—
διαλεκτολογία
—
επιπλώνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,