αγγειοδιασταλτικό

формы словаβ
αγγειοδιασταλτικό



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αγγειοδιασταλτικό? —


εμβρυουλκόςφυλάσσωστούπωμαφιαλοδόχοςαμπογιάντιστοςφάνηκαστοιβακτόςεμπέδωσηκοσμηματοπώληςακατάπειστοςμωρουδιακόςαποδέλοιποεύθυμοςχτένιξεσκαλίζωαντιφιλοδοξώστρόντιομεθοδολογικόςπανδημίαανατίναξηπαιδικότητα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit