Новогреческий словарь
ομοιότυπο
ομοιότυπο
το прям., перен.
копия; абсолютное сходство
;
είναι ~ τού πατέρα του — быть копией отца
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
копия
? —
ομοιότυπο
как на
(ново)греческом
будет слово
абсолютное сходство
? —
ομοιότυπο
как с
(ново)греческого
переводится слово
ομοιότυπο
? — копия, абсолютное сходство
#
(ново)греческий словарь
—
σταρήθρα
—
μισογύνης
—
λιγόψυχος
—
προπαραγγέλλω
—
σιφονιέρα
—
ακαταλαβίστικος
—
αλκοολικότητα
—
αστάρωτος
—
αλεξίφλογος
—
καψάλισμα
—
παραμορφωτικός
—
κυψελίς
—
προφύλαγμα
—
επιμνημόσυνος
—
γομαράγκαθο
—
ενεργητικό
—
ένστρωση
—
λεβεντογυναίκα
—
ατιμασμός
—
χαμαικέρασος
—
πετροσέλινο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,