Новогреческий словарь
υστερόχρονος
υστερόχρον|ος
позднейший, последующий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
позднейший
? —
υστερόχρονος
как на
(ново)греческом
будет слово
последующий
? —
υστερόχρονος
как с
(ново)греческого
переводится слово
υστερόχρονος
? — позднейший, последующий
#
(ново)греческий словарь
—
αναστηθείς
—
κουρσάρικος
—
αντιπυρετικός
—
μεταμορφώνω
—
μαχαιροβγάλτης
—
βερβέλι
—
σκίουρος
—
αυθομολογούμενος
—
αρχοντογεννημένος
—
αναβρυτήριο
—
λαϊκή
—
εξαερώνω
—
πρωτοελλαδικός
—
αφρογενής
—
ημιόλιος
—
αδιευκρίνιστος
—
ασπρορρουχού
—
ασυστολία
—
ηλεκτροπρίονο
—
πολεμίστρα
—
βιομηχανία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,