Новогреческий словарь
ασβεστοχρίω
ασβεστοχρίω
1)
белить
;
2)
штукатурить
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
белить
? —
ασβεστοχρίω
как на
(ново)греческом
будет слово
штукатурить
? —
ασβεστοχρίω
как с
(ново)греческого
переводится слово
ασβεστοχρίω
? — белить, штукатурить
#
(ново)греческий словарь
—
συρμή
—
παρατηρήτρια
—
διαζευγμένος
—
φραγκοσταφλιά
—
αποπλύδι
—
ξελεπιάζω
—
αχορτασιά
—
μητροπολιτικός
—
ξεκούραστος
—
καμπουριάζω
—
οπλουργία
—
πρόσχαρα
—
γανιάδα
—
εισηγησάμην
—
κοχλίωση
—
λιβανίζω
—
χολοστεαρικός
—
ακαταστάλαχτα
—
βρογχιόλιο
—
ασταθής
—
τριακοστός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,