Новогреческий словарь
γυναικάδελφη
γυναικάδελφη
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
γυναικάδελφη
? —
#
(ново)греческий словарь
—
υδροχλώριο
—
ακαλοκάρδιστος
—
μουγκανητό
—
εξαγορασμός
—
ξεπλένομαι
—
ειδική
—
εμβροντησία
—
πρωκτοϋδραυλικός
—
εσκεμμένως
—
ωφελιμιστής
—
προπαγανδιστικός
—
μπακαλιάρος
—
προεκλέγω
—
ανακατωσιάρης
—
υπεράγαθος
—
ανασκαλίζω
—
νικοτινικός
—
φεσοποιείο
—
αναχαιντρώνομαι
—
χαμογελαστός
—
δεκατέσσερις
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,