μάντιλο

формы словаβ
μάντιλο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μάντιλο? —


διώξιμοηνωμένοςεπωνυμίαμονήμεροςκεραμευτικήζαφειρένιοςτριπλασιάζωΕυαγγελισμόςσυνήθειομαστάρικαταπέφτωχρωματογόνοςεπιδόρπιοςμελανοχίτωνπολεοδομίαμετεωρογράφοςμώψγλάραλεβέντικοςηλιόκηυστοςριγωτός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit