πρίμο

формы словаβ
πρίμο
το муз. прима (о дуэте, хоре)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово прима? — πρίμο
как с (ново)греческого переводится слово πρίμο? — прима


φίλεμαλεμφαγγειίτιδαχρέμπτομαιστρόφιγγαενδυνάμωμακουρελιάρικοτσουρουφλίζωνεολιθικόςφωτιστικόςυπομνηστικόςαρρενόφωνοςετερότροποςγιούληςθαμνώδηςμανιοκατάθλιψηδεκαεπταέτηςβιάζωδακτυλωτόςβρωμερόςκαμπήΚαναδέζος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit