Новогреческий словарь
πεντάωρος
πεντάωρ|ος
1.
пятичасовой
;
2. (τό)
пять часов
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пятичасовой
? —
πεντάωρος
как на
(ново)греческом
будет слово
пять часов
? —
πεντάωρος
как с
(ново)греческого
переводится слово
πεντάωρος
? — пятичасовой, пять часов
#
(ново)греческий словарь
—
διπλωτής
—
καρκινικός
—
αφοπλιστικός
—
πρόοψη
—
μασχαλιαίος
—
θωράκιο
—
ανέβγαλτος
—
υπόστροφος
—
χαμογέλιο
—
μπορντελλόβιος
—
λιμνοθάλασσα
—
Αλβανίδα
—
προτείχισμα
—
μερακλώνω
—
Κεραμικός
—
γλυφός
—
φρεναδόρος
—
ομάδα
—
εφημεριδοπώλης
—
ελληνίστρια
—
ταβερνείο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,