Новогреческий словарь
ενήψα
ενήψα
αόρ. от ενάπτω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ενήψα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
λιγόμυαλος
—
κερατίζω
—
φλουροκαπνισμένος
—
δή
—
πρόσπτωση
—
ορογραφία
—
φαρμακώδης
—
πονηρεύω
—
παρουσιάζομαι
—
ψυχοπαραδέρνω
—
ανίχνευτος
—
αναλλαξιά
—
σήπομαι
—
χορδοποιείο
—
τσιγάρο
—
τσαμπουνοτούμπακα
—
ρητίνωση
—
χειλικός
—
λιπάζη
—
αχυροστέγη
—
μυρρωνικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,