Новогреческий словарь
κομπινοιζόν
κομπινοιζόν
ή, τό
комбинация
(белье)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
комбинация
? —
κομπινοιζόν
как с
(ново)греческого
переводится слово
κομπινοιζόν
? — комбинация
#
(ново)греческий словарь
—
φλομπέρ
—
μετρούμαι
—
πέλμα
—
οινομετρικός
—
συνεισφέρω
—
εθνεγερτικός
—
υπάρχω
—
ανεμψύχωτος
—
φύργανο
—
απαργύρωση
—
κλάμα
—
συντυχία
—
ομόθρησκος
—
αδειάζω
—
αχουζούρευτος
—
ιχνολογία
—
λουσαρίζω
—
εθνεγέρτης
—
στηθοκοπιέμαι
—
πελτές
—
μεσημβρία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,