Новогреческий словарь
υπόστυφος
υπόστυφ|ος
слегка терпкий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
слегка терпкий
? —
υπόστυφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
υπόστυφος
? — слегка терпкий
#
(ново)греческий словарь
—
μπουμπάρι
—
ξιφήρης
—
Αυστριακός
—
προστομίς
—
νεωλκείον
—
μπεγέντισμα
—
ενήλικας
—
ανεμιστήρας
—
αμεριμνομέριμνος
—
τσαπέλλα
—
μεταμοντερνισμός
—
επίσχεση
—
μαβής
—
πετρελαιοπηγές
—
Σόλοι
—
εξηγούμαι
—
μαργαρινικός
—
πόρνος
—
τοποθεσία
—
αιάντειος
—
αβιογένεσις
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,