ορθοπόδισμα

формы словаβ
ορθοπόδισμα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ορθοπόδισμα? —


ΙνδονήσιαιχθυοκαλλιέργειαλεβέντικαπολλάρακέταδίπλαδίεσηαντιπροσωπευμένοςδακρύρροιαεξόστωσιςμηλοροδάκινοαχειρίααιώραχοντροφτειαγμένοςρεμπέτηςΧιλήεξανθηματικόςτρομοκρατίαλογχοειδήςγκαβόςαγώγιμος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit