εφημέρευση

формы словаβ
εφημέρευση
η дежурство



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово дежурство? — εφημέρευση
как с (ново)греческого переводится слово εφημέρευση? — дежурство


αναιμωτίκάτοψηαξονομετρικόςκουταλιανόςηπατοκήληνέμωαπαλλαξίδιαποφύλλισηκοκέτηςσυμπίπτωμετεωρολογίαμικροχρονόμετροαστεράκιζαφοράεργατοϋπάλληλοςατέλευτοςλακωνικόςκαλόπιασμαμεταφράσιμοςΑφρικανόςαυλοθεράπων




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit