βαρούχει|ος

формы словаβ
βαρούχει|ος
ο :
          βαρούχειος (ύπνος) — а) летаргический сон; б) перен. равнодушие к нуждам



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово βαρούχειος? —


επιτυχίακοινοποιούμαιστίζωεπίπλευσιςεξορκιστικόςιδιάζωνγλυκορητάωλιμνοδίαιτοςσυζυγήςμπουρινιάζωεξάντλησηφυγόδικοςφυλλομέτρημαπόρρωθεναναλαβαίνωτύμπανοπεντηκοντούτιςατμοδύναμηπετρωτόςαβύζαγοςξεκούραση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit