παρκάρισμα

формы словаβ
παρκάρισμα
το парковка


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово παρκάρισμα? —


ελαιουργόςσεληνιασμόςσνακπρωτομάρτυςγλινιάρηςσυλλαλητήριοελεγείοςφέλπαπορτοκαλάδαεργένηςδιαρριπίζωαερασκόςασφυκτικάαλμοδοχείοντροπαλότηταρινοβρογχίτιδαμαυρίλαφθοροποιόςμονογένεσησιτώορνιθοειδής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit