ρυπαντικώς

формы словаβ
ρυπαντικώς



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ρυπαντικώς? —


αλλήθωροςδίποδοφεβρουαριάτικοςνυχτέρεμαεπίφοβοςχαλάζιονγουλιάθαλασσοδαρμένοςγραμματεύςαισχρόςπέμψιςσκληραγώγησηΕικοσιένατρύπανοδασμολογικόςκατσουλητόςτσαγκρουνιάάμπαςξεχαρβάλωτοςσφαλίζωαποφώλι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit