ενήγαγα

формы словаβ
ενήγαγα
αόρ. от ενάγω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ενήγαγα? —


αδερφομοιράδιαργυραμοιβείοΦωτεινούλαλεμφαδενίτιςοψιγαμίακαταφατικόςανυπέρβατοςτραμπάλακαθολίκευσηδήμευσηαριστοκρατίαπάρκοπροσηλυτίσιμοςαχαιρέτιστόςπροστέγασμασύξυλοςμεροδουλευτήςακανθοστεφήςπαιδεράστριαεικονογραφίαανεβοκατεβάζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit