παραπληρωματικός

формы словаβ
παραπληρωματικός
геом. дополнительный;
          ~ές γωνίες — дополнительные углы



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово дополнительный? — παραπληρωματικός
как с (ново)греческого переводится слово παραπληρωματικός? — дополнительный


αγουρομαζωμένοςκροκωτόςκαταχρηστικώςλουβιάραήαμφικολύπτωευθυντήριοςεναποταμιεύωκαμπούραανεφοδιάζωγλωσσοκοπανάωανακομιδήαποθήκευσηενδεικτικόεπουράνοςάθλοςδικτυόδρομοςΑπρίληςαναπήνισηνεοναζισμόςψειρού




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit