σύζηλο

формы словаβ
σύζηλο
το зависть;
          ~ τόν έπιασε — [phrase]его обуяла зависть[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово зависть? — σύζηλο
как с (ново)греческого переводится слово σύζηλο? — зависть


ποδοκομίατρυφηλάαντικυβερνητικάεπιστολογράφοςθορυβημένοςφιλοτεχνίαγαλατερήστεντορείωςαφόρμησηεξυβριστικόςρητορεύωσιγαλιάφαινέλαιογεωπονικήεςεκατοντάδαζουφώνωστεγοποιόςαμνημόνευτοςκαρβουνιασμένοςιστιόρραμμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit