καρεκλί

формы словаβ
καρεκλί



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово καρεκλί? —


επίμεμπτοςμεγαλόθυμοςφωτίτσαγλυκοχαμόγελοςεπιστεγάζωακινητοποίητοςμούντζακαρβουνάκιέξαφνααντιχρόνουψυχρίτσαεμπειριοκρατικόςαυτοκολασμόςμεταμορφωτικόςλεπτοκάρυονβαρυστόμαχοςγατσιάζωκασσιτέρωσηπαιχνιδομηχανήανθύπατοςτάς




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit