κηδεμονικός

формы словаβ
κηδεμονικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κηδεμονικός? —


ρούσικοςάθελαβεγιέζααχάϊδευτοςαλεύρινοςκουβαριαστόςλατρείαφκειάνωεναιωρούμαινησώδηςσπερματίνηαρχόςχούνηαποσκοτώνωσκαπτικάαποχώρισηεχιδνώδηςπενηντάχρονηαυτοκάλεστοςεξελληνισμόςλοχανόσπορος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit