ξεκαλτσώνω

формы словаβ
ξεκαλτσώνω
снимать чулки, носки [x:trans][снимать чулки,снимать носки/x:trans]



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ξεκαλτσώνω? —


αναντίστρεπτοςαδιακρισίαεπιγραφικήγερμένοςβιοπαλεύωχαζοφέρνωτυποκλόποςαργυρώνητοςραπτικήκλούβιασμαορκοδοτικόςεδαφισμόςιχνηλάτησηξεσκάβωσυγυρισμένοςδαυκίανυπομόνητοςυλομορφισμόςγαυριάςεχέφρωνκασσιέρης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit