τρεμάμεν|ος

формы словаβ
τρεμάμεν|ος
дрожащий;
          μέ ~η φωνή — дрожащим голосом



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово дрожащий? — τρεμάμενος
как с (ново)греческого переводится слово τρεμάμενος? — дрожащий


άρατ' αθέματαβαμβακώναςκλωσσόπουλομάππαςτσαρουχάδικοακάρπωτοςσύνταςσπιθοβολώτουλούμιπαρασπόνδησιςασυμβίωτοςαναλυμένοςματσούκιδαρβινισμόςκατσικόδρομοςεμπερικλείωμεσημεριάτικαμεσημβρινοανατολικόςγαλανόλευκοςβρωμόπαιδοταξιτζού




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit