πετρελαιοφόρο

формы словаβ
πετρελαιοφόρο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πετρελαιοφόρο? —


τσαμπίκλύδωντένονταςαυτοτελειοποίησηπολιορκούμαιεπιφαρμοκοπονόςγυναικωνίτηςεξυπνότεροςασυσσώρευτοςζευκτήριοςεξαμηνίτικοςεκμισθωτήςδιαμορφωμένοςλινόχρωμοςαντισημίτηςάγγιχταμωρολογάωνυμφεύομαιμακελειόαπογυρίδασούγλιασμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit