θεώρημα

формы словаβ
θεώρημα
το теорема;
          Πυθαγόρειο ~ — теорема Пифагора;
          αποδείχνω τό ~ — доказывать теорему



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово теорема? — θεώρημα
как с (ново)греческого переводится слово θεώρημα? — теорема


βαρύθυμαξάναμμαγουρλούαναπέφτωθεριστικάανάσπαστοςβατροχοειδήφωτοτροπισμόςδιαπύημααναχαράσσωπεριπάτημαοινοπνευματίασιςαποθηκοφύλακαςσελεμιίζωεπίβλεψημαστρολογάωξεχρέωμαωκεανογραφικόαιχμαλώτισηαυτοπειθαρχίααναπαράσταση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit