εισπρακτόρισσα

формы словаβ
εισπρακτόρισσα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εισπρακτόρισσα? —


εστίασιςακρογιαλιάστρυφνόςκοινοβιακόςαλωπεκίαμπουρζουάπερυσινόςβιβλιοθήκηελλοχεύωμούφαβασιλίκιτσινάωακαμάτωςσοϊλήτικοςΙρλανδόςανεψιόςπιθυμιάσμαραγδένιοςαρνόδερμαμονόδρομοςγενναιόψυχος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit