ρητορικότης

формы словаβ
ρητορικότης



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ρητορικότης? —


αρκούντωςμακρύνωσχηματοποιούμαιεναντίαξεκουκουλώνωλιθουανικάαποκρεμούμαιμεταξοσκούληκαςαψομίλητοςσυνεργασίαμύξακλωτσηδόναχρωματίασφαλερόςιρρεδεντισμόςτρίψιμοαυγουστιανόςπροσφυγόπουλοανάδελφοςμαθηταριόέμπροσθεν




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit