πλιατσικολογημένος

формы словаβ
πλιατσικολογημένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πλιατσικολογημένος? —


άνθισησύγκλησησελιδοποιητικάξετραχηλίζωεφημεριδογραφίααναπόδρασταακαταπολέμητοςομόδικοςκόπιατελειωμένοςδεκαοχτάχρονοςηγεμονόπαιςλεμέςξεπετάγομαιγεννοβόλημαδιακριτικώςβολβώδηςδαφνόκοκκοςστηθωτόςνυχτέριλούπινον




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit