τριώνυμο

формы словаβ
τριώνυμο
το мат. трёхчлен



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово трёхчлен? — τριώνυμο
как с (ново)греческого переводится слово τριώνυμο? — трёхчлен


μονογονίανεοφιλελευθερισμόςπλινθόκτισμασκαρίφημαμυκτηρίζωκαρκννολογίασταυλισμόςαξεμύτιστοςαμπόλιαστοςαρρενόφωνοςκωλοσούρνωαποξειδώνωεπίθετογεραίρωτροπόσφαιρανοήμωνιππικήεπιχρυσώνωπροσωποληπτώάκωλοςκότσαλο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit