φυσιογνωστικός

формы словаβ
φυσιογνωστικός
1) природоведческий;
2) биологический



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово природоведческий? — φυσιογνωστικός
как на (ново)греческом будет слово биологический? — φυσιογνωστικός
как с (ново)греческого переводится слово φυσιογνωστικός? — природоведческий, биологический


τσίκαζωοπλαγκτόντουμπάνιασμαυποδοχήραμολίκαφεδάκοςησυχαστικόςσυμπλέκομαιγράμματαυαλοποιήσιμοςερωτοχτυπημένοςσημασιολογικόςηθικότηταδιορίζωπενταπλασιασμόςκαρδιολόγοςψαλμωδόςφραγήνευριαστικόςμακαρονάδικοδραστήριος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit