αιφνιδιαστικός

формы словаβ
αιφνιδιαστικός
внезапный, неожиданный;
          ~ίδιος θάνατος — скоропостижная смерть;
          ~ιδιαστική επίθεση — неожиданное нападение



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово внезапный? — αιφνιδιαστικός
как на (ново)греческом будет слово неожиданный? — αιφνιδιαστικός
как с (ново)греческого переводится слово αιφνιδιαστικός? — внезапный, неожиданный


στανικώςμπακάλισσααξιωματικόςαναχάραξηδιέταμονασιάτηςεννιακόσιοιπροσχηματικάσυμπώσκάλτσαεπισήμανσιςεικοσάρικοαγγελοπρόσωποςγνεύσιοςανεμοφράχτηςναύτηςσυμπιλούμαιχελογίβαροάνθραξχαλκοσίνηςαγωνιστικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit