μονήμερ|ος

формы словаβ
μονήμερ|ος
однодневный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово однодневный? — μονήμερος
как с (ново)греческого переводится слово μονήμερος? — однодневный


μαγευτικάιστόρημαγλινερόςαισχροκέρδειαγναθοχειρουργόςντιστεγκέςμαμμάπρωτοτρώγωβάθρακαςδιόρθωσηαπροαιρέτωςαεριοωθούμενοςσκαπουλάρισμαεπιθάνατοςβουλευτικόςχρυσορραπτικήπαραπονιάρηςαχνιάζωεκπλυσηκίναιδοςεπαγγελματισμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit