υπέρμετρ|ος

формы словаβ
υπέρμετρ|ος
чрезмерный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово чрезмерный? — υπέρμετρος
как с (ново)греческого переводится слово υπέρμετρος? — чрезмерный


αντικομμουνίστριααποναρκωτικόςχοντροκοπιάφουμισμένοςκελαρυσμόςενδιάθετοςγριτσανίζωαβερταρίαμπερδεύωκατακριτέοςναζιάρηςκαλλιτέχνιςελικοδρόμιοκουκκίδακρητίςβεραντάκιρεπουμπλικάνοςπελεκητήςλιθόστρωτοςχωμάτινοςπιεζοηλεκτρισμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit