επισπώμαι

формы словаβ
επισπώμαι
(παθ. αόρ. επεσπασάμην) привлекать (внимание)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово привлекать? — επισπώμαι
как с (ново)греческого переводится слово επισπώμαι? — привлекать


εξαργυρωτέοςανθοδέσμηματέεκτυπωτικόςμήλίγγιγκεμιτζήςταράτσαστοιχειακόςεπιπεδομετρικόςπαριτέκαλοπερασάκιαςκατεργάρικοςκαντάδαερυθροπάρειοςφτ(ε)ιάνωπραγματιστικόςπατερίτσαμισητόςσμηναγόςμεταμορφωσιγενήςΓραικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit