διεκδικήτρια

формы словаβ
διεκδικήτρια
η претендентка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово претендентка? — διεκδικήτρια
как с (ново)греческого переводится слово διεκδικήτρια? — претендентка


ξιδιάζωνοτιοδυτικόςιεραρχικόςπαρανυστάζωενατένισηεπαναδίδωυπεύθυναδραχμικόςπροστρίβωζουγκρανίζωστοιχειοχυτικόςαποπατώανύποπτοςγύρσιμοστόλισμαπολυγραφικόςευαισθητοποιημένοςμορμηγκοφάγοςβερνίκωμαεποχλεύωΑυγερινός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit