ανελήφθην

формы словаβ
ανελήφθην
παθ. αόρ. от αναλαμβάνω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ανελήφθην? —


σακκίδιοχαραδρώδηςπλισέςουρλιάζωπεντάχορδοςμίσθωμασυνεταιριστικοποίησηεδράζωσαρακοστήπιπέρωμαθεαματικόςαφιλολόγητοςαδιατύπωτοςυδροποτώευθηνάζυμομυκητίασηαμπάντααναθαυμάζωψιμμυθιωμένοςισόγειοςφτιασιδωμένος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit