ενδοκαρδιακός

формы словаβ
ενδοκαρδιακός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ενδοκαρδιακός? —


αντιπολιτευόμενοςανθεστήριαεπιρρωννύωματσουλίζωυπερεντείνωεγγικτικόςαυτεπάγγελτοςθρυλούταισκέλοςαυτοχειριασμόςκαταβολιάζωστηθοδέρνομαιπυελομετρίαασπλάγχνοςσάκαεγγλέζικοςσβάστικήαδαμάλιστοςφαροφύλακαςάσφαλτομελόπιτα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit