Публикации

ψαλίδι, το
1) ножницы;
2) стропило;
——
            εχει καλό ~ — он хороший закройщик;
            ~ πάει η γλωσσά του — язык у него без костей;
            δουλεύει ~ πού πάει καπνός — (цензура) кромсает - аж дым идёт

Το ψαλίδι είναι χειροκίνητο εργαλείο, που χρησιμοποιείται για την κοπή μαλακών εύκαμπτων υλικών. Η συνήθης κατασκευή του αποτελείται από δύο κινητά σιδερένια ή ατσάλινα σκέλη, τα οποία είναι ενωμένα περίπου στο μέσο τους με ένα σταθερό σύνδεσμο. Στα πίσω άκρα των δύο σκελών υπάρχουν λαβές για σταθερότερο χειρισμό του ψαλιδιού, ενώ το μπροστά και εσωτερικό μέρος τους είναι διαμορφωμένο σε λεπίδες λίγο έως μέτρια ακονισμένες. Το ψαλίδι είναι διπλός μοχλός πρώτου τύπου.

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψαλίδι ψαλίδια
γενική ψαλιδιού ψαλιδιών
αιτιατική ψαλίδι ψαλίδια
κλητική ψαλίδι ψαλίδια

 

LingvoKit © 2007-2016 greeklanguage.ru
переводы с персидского языка, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit