λασπωτήρας

формы словаβ
λασπωτήρας
Брызгавик


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово λασπωτήρας? —


κοινωνώαντιπερικόχλιοπίκρισμαελλοβόςδιέκπρισηΙανουάριοςμάνναγουβάςόροβοςζααπόπτυσηκαρμίννοεννεακοσιοστόςφυλάγωθεοποιημένοςκεφαλομάντιλουποκίνησημαυραγορήτισσαΠολύδωροςξεφόρτωμακατεργάσιμος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit