Новогреческий словарь
αποσκοπώντας
αποσκοπώντας
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποσκοπώντας
? —
#
(ново)греческий словарь
—
εξώθηση
—
φυσική
—
προπύργιο
—
χρονοτριβή
—
αργολόημα
—
στόχασμα
—
συνοικισμός
—
έπαινος
—
αντέτι
—
επιτηρητικός
—
ανατέλλων
—
ευμορφαίνω
—
φουγάρο
—
αυτονομικός
—
φέρμελη
—
χωριστής
—
περατώνω
—
έλαιον
—
κοινωφελισμός
—
σύμφυση
—
αντεξάγω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,