Новогреческий словарь
αγαλβάνιστος
αγαλβάνιστ|ος
не подвергшийся гальванизации
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
не подвергшийся гальванизации
? —
αγαλβάνιστος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγαλβάνιστος
? — не подвергшийся гальванизации
#
(ново)греческий словарь
—
μητριαρχικός
—
αγύτευτος
—
αλαλούκης
—
δεκαοκτώ
—
αδιακόρευτος
—
θερμοφωταύγεια
—
αντίχτυπος
—
αισθητοποιητικός
—
θρομβώδης
—
πολυταξιδεμένος
—
βαθμολογία
—
ερείδομαι
—
κλήθρα
—
αντιξιφισμός
—
ενοχοποιούμαι
—
μπορετός
—
εγκοχλίωση
—
ολιγάρκεια
—
εμπορομπακάλης
—
σημαιούλα
—
δυσαπάλλακτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,