Новогреческий словарь
τερματοφύλακας
τερματοφύλακας
ο спорт.
вратарь
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вратарь
? —
τερματοφύλακας
как с
(ново)греческого
переводится слово
τερματοφύλακας
? — вратарь
#
(ново)греческий словарь
—
σχέση
—
έπος
—
ονειροπολώ
—
δεκατετραετής
—
υάρδα
—
υπερταξικός
—
τρισύλλαβος
—
μποϋκοτάρω
—
μυκητοειδής
—
κανταράκι
—
γύψος
—
δύσπιστος
—
φαλλικός
—
μαρκήσα
—
διακύβευση
—
κλεψίτυπο
—
καταρτισμένος
—
ξώπορτα
—
ψαίλνω
—
λησμονητής
—
ταλαντούχος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,