Новогреческий словарь
τεκνοποιητικός
τεκνοποιητικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
τεκνοποιητικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
στεμφυλοπιεστήριο
—
εστράφην
—
στυγνά
—
ερπυστριοφόρος
—
επίταξη
—
καταπάτι
—
Λαμπρή
—
αρχιτεχνίτης
—
κανελλύς
—
γυροβολιά
—
ασυδοσία
—
μανταρίνι
—
τσικνίζω
—
δισκόφρενο
—
λιπασμός
—
σελιδοποιητικά
—
φαφούτισσα
—
διατοιχίζομαι
—
παχύσωμος
—
ήθημα
—
συκοπιτταρίδα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,