λίκνισμα

формы словаβ
λίκνισμα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово λίκνισμα? —


αιματουρίααντήνεμονθαυματοποιίαχηρεμόςμηρυκασμόςεξακουστόςκαταναλωτόςκοιλότηταεπαναδραστηριοποιούμαιαμφιμήτριοςαστροφωτομετρίαυγιώςδιευκρινιστικόςνοστιμούλικοςσειρίασηεκκαθαρίζωκοιμούμαιελεφαντόδουςαυτοαποκαλούμενοςκλανιάρηςοντογένεια




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit