ρουμελιώτικ|ος

формы словаβ
ρουμελιώτικ|ος
румелиотский



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово румелиотский? — ρουμελιώτικος
как с (ново)греческого переводится слово ρουμελιώτικος? — румелиотский


κοκκαλένιοςδιακράτησηεκατοχρονίτηςεπιστήριξηβοήθειοαζέστατοςξεπλάτισμαμάζωμααστήριχτοςστρείδιυπερήφαναάλιθοςπλουταίνωπαρηγορήτραλουτρικόςπλευρεκτομίαδανείστριαμήλίγγιαφρικανικόςσυγχρονισμένοςτύχη




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit