Новогреческий словарь
αυτοκολακεύομαι
αυτοκολακεύομαι
обманывать себя
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
обманывать себя
? —
αυτοκολακεύομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
αυτοκολακεύομαι
? — обманывать себя
#
(ново)греческий словарь
—
τελμάτωση
—
χαμαίφυτο
—
παλιόκορμο
—
επίπεδες
—
ηλεκτροσυγκολλητής
—
απαρηγορησιά
—
κουβαριαστός
—
αντιστοιχείωση
—
χαρτόσημο
—
τραγανιστός
—
ανεμική
—
παρακεντώ
—
ποστάλι
—
αναφτεριάζω
—
κουμπωτήρι
—
πομπή
—
ειδοποιός
—
παραμελούμενος
—
βουδδίστρια
—
κασαρία
—
αχρεώστητον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,