Новогреческий словарь
περουβιανός
περουβιανός
1.
перуанский
;
2. (о) (П.)
перуанец
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
перуанский
? —
περουβιανός
как на
(ново)греческом
будет слово
перуанец
? —
περουβιανός
как с
(ново)греческого
переводится слово
περουβιανός
? — перуанский, перуанец
#
(ново)греческий словарь
—
φουμαδόρος
—
έσχατος
—
κούτρημα
—
άνθος
—
κατακόπτω
—
φακιολίζω
—
ανεύθυνα
—
στάμα
—
σειστής
—
ξεγνοιάζω
—
καλλυντικά
—
συγυρίστρα
—
νεκρομαντεία
—
πατωσιά
—
ανευλάβεια
—
καϊμάκι
—
μενουέτο
—
δεντροστόλιστος
—
μαροκίνο
—
καλολογία
—
σινάπισμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,